9.3.12

ο γύπας κι η νυχτερίδα


ήταν που λέτε κάποτε ένας αλήτης γύπας
αλκοολικός κι ατίθασος, που λάτρευε τη βότκα.
μ' αυτό το πάθος του αυτό, δεν έψαχνε για λεία
γιατ' το πρωί που ξύπναγε, πάλι ξανακοιμόταν.

άνοιγε τις φτερούγες του μα ο έρμος ζαλιζόταν
ούτ' ένα πτώμα δεν μπορεί να δει κάτω στο χώμα.
μέχρι και το γυπάκι του τον είχε καταλάβει
και τού τσιμπούσε τα φτερά, μαζί του να γελάει.

και η γυπούλα του η καλή τον είχε κάνει πέρα,
γιατί κι αυτή βαρέθηκε τη βότκα να μυρίζει
και το μωράκι μόνο αυτή να τρέχει να ταΐζει
κι ο γύπας μας ο μέθυσος να μελετά τ’ αστέρια.

έτσι το πήρ' απόφαση πως πρέπει να αλλάξει
και το ρημάδι το πιοτό για πάντα να πετάξει.
είπε στην οικογένεια πως πρέπει ν' ασκητέψει
την παλαιά του δύναμη να πάει να γυρέψει.

αδειάζει όλη την κάβα του -όλη σμιρνόφ γεμάτη-
και χύνει το καυτό νερό στον πέρα καταρράκτη.
πετάει τα μπουκάλια του στον κάδο απορριμμάτων
γιατ' ήταν και ευαίσθητος γι' αυτό το περιβάλλον.

οι σολομοί τρελάθηκαν κι αλλάξανε πορεία
κι αντί να πάν' αντίθετα, αφέθηκαν στο ρεύμα.
οι καημένοι μέθυσαν κι αυτοί κι οι αρκουδίτσες
και από τότε κάνουνε παρέα σα τις θείτσες.

και όλ' οι επιστήμονες τραβάγαν τα μαλλιά τους,
"μα πού ακούστηκε ποτέ οι σολομοί κι οι αρκούδες
φιλία ν' αναπτύσσουνε; μα είναι στα καλά τους;"
και κάψαν τα πτυχία τους σε αγνωσιάς φουφούδες.

......................................

ας πάμε όμως στον γύπα μας, που πήγε μοναχός του
χωρίς ποτό, χωρίς φαΐ σε μια σπηλιά τού νότου.
τού άρεσε με μια ματιά, είχε και μία λίμνη,
του έμοιαζε σα μυστική, παραμυθένια κρύπτη.

η νύχτα κύλησ' ήσυχα, μα ξύπνησε πιασμένος
δεν είχε φτιάξει και φωλιά ν' αναπαυθεί ο έρμος.
έτσι σηκώθηκε μεμιάς να χτίσει τη φωλιά του
και να ξεχάσει τον νταλκά τής βότκας τής γλυκιάς του.

εκεί που δούλευε λοιπόν ακούει μια μελωδία,
γυρίζει το κεφάλι του, βλέπει μια νυχτερίδα.
κρεμιότανε ανάποδα από ένα σταλακτίτη
και τ' άγρια ματάκια της ήτανε σα μαγνήτης.

να της μιλήσει ήθελε μα πού να ξέρει ο γύπας
νυχτεριδένια διάλεκτο; ήταν κι αλαφιασμένος.
η νυχτερίδα πήδηξε στο ράμφος το μεγάλο
μα θύμωσε ο γύπας μας και την πετάει κάτω.

με την ατρόμητη ματιά που τού 'ριξ' η μαυρούλα,
γεννήθηκε ένας δυνατός και έρωτας μεγάλος.
με τα δοντάκια πού 'βγαλε ήταν σα μαγισσούλα
κι ο γύπας εμαγεύτηκε με τ' άγριό της κάλλος.

την αγκαλιά του πρόσφερε για να τη βοηθήσει
κι εκείνη σα να χάθηκε στα μάτια τα βαθιά του,
που μέσα τους καθρέφτιζαν ανατολή και δύση,
ενώ αυτός τη χάιδευε απαλά με τα φτερά του.

όλα καλά και άγια μα πώς να ζευγαρώσουν;
ολόκληρ' όρνιο με μικρή, μικρή νυχτεριδούλα;
αυτός εκλώσαγε αυγά, ήταν πτηνό μεγάλο
νυχτεριδάκια είχ' αυτή, ήταν θηλαστικούλα.

εκείνης το αίμα το ζεστό τής άρεσε να πίνει
και τούτος μόνο πτώματα και αίμα παγωμένο.
μεγάλα τα εμπόδια μα ο έρως πιο μεγάλος
και έτσι αποφασίσανε στον ύπνο ν' αγαπιούνται.

πάντ' αγκαλιά κοιμόντουσαν και αγκαλιά ξυπνούσαν.
ξεχείλιζε ο έρωτας, φουρτούνα τα όνειρά τους.
μαζί, ήταν αχώριστοι, στον ύπνο και στον ξύπνιο
και μόνοι ζούσανε εκεί στη μυστική σπηλιά τους.

μα κάποια μέρα ο γύπας μας της είπε πως θα φύγει.
να πάει στο γυπάκι του, πού τού 'χε λίγο λείψει.
φιλάει τη νυχτερίδα μας με δάκρυα στα μάτια
τής λέει πως την αγαπά και τώρα και για πάντα.

η νυχτερίδα έκλαιγε με μάτια πληγωμένα
θαρρείς τα δάκρυα τρέχανε σταγόνες από αίμα.
μα δεν τού είπε τίποτα μονάχα τον κοιτούσε
και ούτε και το βλέμμα του δεν την παρηγορούσε.

ανοίγει τις φτερούγες του, στον άνεμο βουτάει.
η νυχτερίδα δε βαστά, τον παίρνει στο κατόπι.
μα να τον φτάσει δεν μπορεί κι ο ήλιος χαρακώνει,
μετά από λίγο έπεσε στο χώμα εξαντλημένη.

του φώναξε τού γύπα μας.. φωνή ξεψυχισμένη..
όταν αυτός την άκουσε γυρίζει τρομαγμένος.
κοιτά στο χώμα -τι να δει- η αγάπη του πεσμένη.
και σπεύδει με ταχύτητα να πάει στο πλευρό της.

μα ήταν όμως πια αργά.. την είχε φάει ο ήλιος.
αργοπεθαίνει χάμω εκεί κι ο γύπας της σπαράζει.
την πιάνει με το ράμφος του, την πάει στη σπηλιά τους.
και όταν φτάνουνε εκεί, σφιχτά την αγκαλιάζει.

τη χάιδευε το ράμφος του κι η αγάπη τής καρδιάς του
και τις φτερούγες του έκανε ζεστό ζεστό κρεβάτι.
μα τότε η νυχτερίδα του είδε πως δε βαστάει,
φιλί τού δίνει πια στερνό στα μάτια τα θλιμμένα.

ο πόνος τον εκύκλωσε από παντού ως μέσα.
αυτό άλλο δεν τ' άντεχε, θα πήγαινε μαζί της.
μαχαίρι κάν' το ράμφος του και μέσα του το μπήγει.
σωριάστηκε κι οι ανάσες τους κοπάσανε παρέα.

και έτσι τους αγκάλιασε η δίνη τής αγάπης,
και παραδόθηκαν σ' αυτό που πάντα τους καλούσε,
στο όνειρο τού έρωτα που τους χαμογελούσε,
πάντα μαζί, πάντ' αγκαλιά, γύπας και νυχτερίδα.




© copyright, μαρίνα ακλήρου